content

STARE EFFECT

STARE EFFECT
Κάποιος μας κοιτά επίμονα… Το αντιλαμβανόμαστε;

17.05.2013 |
17.05.2013
Γράφει: η Ειρήνη Τζελέπη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, Pg.Dipl., MSc., City University, Λονδίνο, [email protected]

Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν την εμπειρία τους να διαισθάνονται ότι κάποιος τους κοιτά επίμονα, επιβεβαιώνοντας, γυρνώντας να κοιτάξουν γύρω τους, ότι, πράγματι, αυτό συνέβαινε! Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν επίσης και την αντίστροφη διαδικασία, την ικανότητα να κάνουν κάποιον να γυρίσει να τους κοιτάξει, παρατηρώντας τον επίμονα. Συχνά αναφέρονται και αντίστοιχες παρατηρήσεις με ζώα. Πολλοί ιδιοκτήτες κατοικίδιων περιγράφουν ότι ξυπνούν από το επίμονο βλέμμα του σκύλου ή της γάτας τους που βρίσκεται στην άλλη άκρη του δωματίου. Αρκετοί, μάλιστα, αναφέρουν χαριτολογώντας ότι αυτός είναι και ο κύριος τρόπος έγερσής τους το πρωί! Σε άλλες περιπτώσεις περιγράφεται ότι η «επίσκεψη» της γάτας από το διπλανό σπίτι γίνεται αντιληπτή με έναν παρόμοιο τρόπο. Η γάτα στέκεται έξω από τη γειτονική πόρτα και την κοιτά επίμονα. Ο ιδιοκτήτης, με τη σειρά του, διαισθάνεται ένα επίμονο βλέμμα να τον «κοιτά» και, με αυτόν τον τρόπο, αντιλαμβάνεται την παρουσία της, πριν ακόμη τη δει. Αντίστροφα, πολλοί ιδιοκτήτες ζώων αναφέρουν ότι μπορούν να ξυπνήσουν το σκύλο ή τη γάτα τους αν καθίσουν ήσυχα σε ένα σημείο του δωματίου και τον/ ην κοιτούν επίμονα. Είναι γεγονός ότι μια τέτοια ικανότητα είναι εξαιρετικά ωφέλιμη στα ζώα των οποίων η επιβίωση κρίνεται από την έγκαιρη αντίληψη του επιτιθέμενου εχθρού, για παράδειγμα, ενός ζώου που τα παρατηρεί επίμονα προκειμένου να επιτεθεί, ή ενός κυνηγού που τα σημαδεύει.

Ο γνωστός βιολόγος-ερευνητής R. Sheldrake, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει σημαντικές ερευνητικές μελέτες σχετικά με το θέμα του stare effect, αναφέρει ότι το φαινόμενο αυτό καταγράφεται και κατά την παρατήρηση με κιάλια ή τηλεσκόπιο. Επαγγελματίες φωτογράφοι διασημοτήτων περιγράφουν χαρακτηριστικά τη βεβαιότητά τους ότι τα άτομα που παρατηρούν και  φωτογραφίζουν είναι σε θέση να διαισθάνονται την παρουσία τους ακόμη και όταν κρύβονται καλά ή βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση (1). Παράλληλα, σε πολλά επαγγέλματα, όπως του αστυνομικού, του στρατιωτικού κ.ά., η αντίληψη ενός επικείμενου κινδύνου κρίνεται ακριβώς από αυτή την ικανότητα, τη διαίσθηση ότι κάποιος τους παρατηρεί επίμονα και ετοιμάζεται να επιτεθεί.

Είναι γεγονός ότι το φαινόμενο του stare effect αποτελεί μια εμπειρία που πολλοί άνθρωποι έχουν βιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Έρευνες υποδεικνύουν ότι το 70% έως 97% του πληθυσμού στην Ευρώπη και τη νότια Αμερική έχει δηλώσει προσωπική εμπειρία του φαινομένου. Παρά την υψηλή συχνότητα εμφάνισής του, όμως, αποτελεί ένα θέμα το οποίο δεν έχει διερευνηθεί εκτεταμένα από την επιστήμη και άλλους συναφείς κλάδους, αφήνοντας πολλά ερωτήματα αναπάντητα: Πράγματι συμβαίνει το stare effect; Ποια είναι τα αίτια που το προκαλούν; Μπορεί να δοθεί μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα υπό τα αυστηρά όρια της επιστημονικής γνώσης ή γίνεται πλέον λόγος για μια «έκτη αίσθηση» και για δυνατότητες του ανθρώπου που δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί;

Οι πρώτες παρατηρήσεις
Οι πρώτες ερευνητικές μελέτες σχετικά με το φαινόμενο του stare effect πραγματοποιήθηκαν από τον Τitchener (1898) (2) και τον Coover (1913) (3), δύο επιστήμονες εξαιρετικά σκεπτικιστές σχετικά με το θέμα αυτό. Ο Τitchener πραγματοποίησε τα πειράματά του στις ΗΠΑ λειτουργώντας ο ίδιος ως «παρατηρητής» (Π) και οι μαθητές του ως «παρατηρούμενοι» (π). Λεπτομέρειες του ακριβούς ερευνητικού σχεδιασμού και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στα πειράματά του δεν έχουν αναφερθεί σε καμία σχετική δημοσίευση και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Sheldrake (4), «…τα αποτελέσματά του ήταν αρνητικά, επιβεβαιώνοντας πλήρως τις προσδοκίες του»!

Ο Coover πραγματοποίησε το 1913 μια σειρά αντίστοιχων πειραμάτων στο Πανεπιστήμιο του Stanford, στα οποία συμμετείχαν επίσης μαθητές του. Ο πειραματικός σχεδιασμός που εφαρμόστηκε αναφέρονταν σε παρατηρήσεις σε ζευγάρια, όπου ο ίδιος ήταν ο (Π) και οι μαθητές του οι (π). Τα αποτελέσματα που ελήφθησαν ήταν αρνητικά και ο ίδιος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το φαινόμενο του stare effect δεν υφίσταται. Παρόλα αυτά, φαίνεται να επέδειξε μια ιδιαίτερη βιασύνη στη διεξαγωγή των συμπερασμάτων του καθώς έρευνες που ακολούθησαν, και εφήρμοσαν τον ίδιο ερευνητικό σχεδιασμό, έδειξαν ότι τα αποτελέσματα αυτά απαιτούσαν τη διενέργεια περαιτέρω αναλύσεων προκειμένου για την εμπεριστατωμένη κατανόησή τους.

Οι πειραματικές μελέτες σχετικά με το θέμα του stare effect διακόπηκαν για αρκετές δεκαετίες. Όμως, η επίδραση των Τitchener και Coover αποτέλεσε, όπως φάνηκε, τροχοπέδη για την περαιτέρω διερεύνηση του φαινομένου. Το 1959 ο Poortman (4) ανακοίνωσε μια σειρά σχετικών παρατηρήσεων που πραγματοποίησε με μια συνάδελφό του, λειτουργώντας ο ίδιος ως (π) και εκείνη ως (Π). Τα αποτελέσματα ήταν θετικά σημειώνοντας ότι στην πλειοψηφία των δοκιμών που επιτελέσθηκαν ήταν σε θέση να διαπιστώσει με ακρίβεια τις δοκιμές κατά τις οποίες είχε «παρατηρηθεί».

Ο πειραματικός σχεδιασμός που χρησιμοποιήθηκε από τους Coover και Poortman, δηλαδή ζεύγη παρατηρητή-παρατηρούμενου, αποτέλεσε έκτοτε τη βάση όλων των περαιτέρω ερευνητικών μελετών που διενεργήθηκαν, καθώς και την αφετηρία μιας νέας ερευνητικής προσπάθειας για τη διερεύνηση του φαινομένου. Κατά το συγκεκριμένο πειραματικό σχεδιασμό, «παρατηρητής» και «παρατηρούμενος» συνεργάζονται σε ζευγάρια. Ο (Π) στέκεται πίσω από τον (π), σε απόσταση περίπου 2 μέτρων. Στο χώρο όπου λαμβάνει χώρα η διεξαγωγή του πειράματος είναι σημαντικό να μην περιλαμβάνονται αντανακλαστικές επιφάνειες (καθρέφτες ή παράθυρα), οι οποίες θα διευκόλυναν την οπτική επαφή μεταξύ (Π) και (π). Κατά την επιτέλεση των δοκιμών ο (Π) κοιτά την πλάτη του (π), ενώ κατά τη διάρκεια των δοκιμών ελέγχου κοιτά σε άλλη κατεύθυνση εστιάζοντας τη σκέψη του σε κάτι άλλο. Ο «παρατηρητής» σηματοδοτεί στον «παρατηρούμενο» την έναρξη κάθε δοκιμής. Στο τέλος αυτής, σημειώνεται η θετική ή αρνητική απόκριση του (π), αν «παρατηρήθηκε» ή όχι, η οποία δίνεται σε διάστημα 10-20 δευτερολέπτων.

Tα χρόνια που ακολούθησαν τη δημοσίευση των πειραμάτων του Poortman μέχρι τη δεκαετία του 1990 δημοσιεύθηκαν δύο επιπλέον ερευνητικές εργασίες σχετικά με το θέμα του stare effect. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε από τον Peterson (1978) (5) στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και, είναι χαρακτηριστικό, ότι στα πειράματα αυτά παρεμβάλλονταν μεταξύ (Π) και (π) καθρέφτης μιας κατεύθυνσης (οne way mirror), με άλλα λόγια αποκλείονταν η οπτική επαφή μεταξύ των δύο συμμετεχόντων. Τα αποτελέσματα που ελήφθησαν ήταν θετικά και στατιστικά σημαντικά. Η δεύτερη μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Williams το 1983 (6) στο Πανεπιστήμιο της Αδελαϊδας στην Αυστραλία, στην οποία σημειώθηκε μια επίσης ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση στον πειραματικό σχεδιασμό: ο (Π) βρίσκονταν σε άλλο δωμάτιο και παρατηρούσε τον (π) μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Τα αποτελέσματα αυτά ήταν επίσης θετικά.

Οι έρευνες του Sheldrake
Κατά τη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε ένα νέο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση του φαινομένου του stare effect με σημαντικότερη την ερευνητική εργασία του Sheldrake ο οποίος μελέτησε το θέμα επισταμένα. Ο Sheldrake πραγματοποίησε μια σειρά πειραμάτων βάσει του κλασικού σχεδιασμού που προαναφέρθηκε, και τα αποτελέσματά του, τα οποία έχουν δημοσιευτεί, ήταν θετικά και στατιστικά σημαντικά. Τα πειράματα αυτά έχουν διεξαχθεί σε πανεπιστημιακά εργαστήρια καθώς και σε χώρους σχολείων όπου μαθητές και δάσκαλοι συνεργάστηκαν σε ζευγάρια για τη διεξαγωγή των πειραμάτων. Σημαντικά είναι τα αποτελέσματα που έχουν ληφθεί από σχολεία της Γερμανίας, του Καναδά, των ΗΠΑ κ.ά. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Sheldrake, τα αποτελέσματα είναι θετικά, σταθερά και επαναλήψιμα. Έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 15.000 δοκιμές με περισσότερα από 700 άτομα-συμμετέχοντες και έχει παρατηρηθεί συνολικά μια εξαιρετικά σημαντική θετική επίδραση (p<1×10-15), υποδεικνύοντας, πράγματι, ότι ο (π) είναι σε θέση να αντιληφθεί τις πειραματικές δοκιμές κατά τις οποίες ο (Π) τον «κοιτά» επίμονα. Παρόλα αυτά, είναι γεγονός ότι παραμένει σημαντικός σκεπτικισμός σχετικά με την εκδήλωση αυτού του φαινομένου. Η αποδοχή ενός φαινομένου το οποίο συμβαίνει με έναν τόσο απλό τρόπο, παρατηρείται με ιδιαίτερη ευκολία, σε σημαντικό ποσοστό και, το πιο σημαντικό, με οικονομικούς και εύχρηστους ερευνητικούς σχεδιασμούς, είναι δύσκολη! Όπως συχνά αναφέρεται, «είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό…»! Η αμφισβήτηση που εγείρεται καλλιεργεί σημαντικές αντιπαραθέσεις σχετικά με πιθανές παραβλέψεις των πειραμάτων που έχουν πραγματοποιηθεί, λάθη ή πειραματικούς σχεδιασμούς που «κατασκεύασαν» τα θετικά αποτελέσματα.
Οι ενστάσεις που διατυπώνονται αφορούν τα ακόλουθα σημεία (7):

1.    Περιφερειακή όραση
Η δυνατότητα αυτή μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ο (Π) κάθεται πίσω από τον (π) και οποιαδήποτε δυνατότητα περιφερειακής όρασης του τελευταίου εμφανώς διαπιστώνεται με ιδιαίτερη ευκολία, ακυρώνοντας τη συγκεκριμένη δοκιμή. Παρόλα αυτά, η πιθανότητα αυτή ελέγχθηκε πειραματικά εφαρμόζοντας τον ίδιο ερευνητικό σχεδιασμό, χρησιμοποιώντας επιπλέον «μάσκα» για τον (π) και συγκρίνοντας τα αποτελέσματα με/ άνευ αυτής. Η χρήση της «μάσκας» αποκλείει κάθε πιθανότητα περιφερειακής όρασης στον (π). Τα αποτελέσματα έδειξαν και σε αυτήν την περίπτωση την εκδήλωση του φαινομένου του stare effect.

2.    Eρεθίσματα ακοής ή όσφρησης
Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται ότι ο (π) μπορεί να υποβοηθείται από σχετικά ακουστικά ή οσφρητικά ερεθίσματα να μαντέψει τις δοκιμές κατά τις οποίες «παρατηρείται». Για παράδειγμα, μπορεί να ακούει θόρυβο τη στιγμή που ο (Π) γυρνά το κεφάλι του, να αντιλαμβάνεται τις μεταπτώσεις της αναπνοής του ή τον ήχο του χαρτιού στο οποίο σημειώνονται τα αποτελέσματα. Ανάλογα, μπορεί να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται οσφρητικά ερεθίσματα ανάλογα με τη θέση του (Π), την απόσταση κλπ. Η επίδραση των παραγόντων αυτών διερευνήθηκε με πειραματικούς σχεδιασμούς όπου παρεμβάλλεται διαχωριστικό τζάμι μεταξύ (Π) και (π). Σημαντικός αριθμός αυτών πραγματοποιήθηκε σε σχολεία της Βρετανίας (8), όπου οι συμμετέχοντες συνεργάστηκαν σε ζευγάρια: οι (Π) βρίσκονταν στην αίθουσα του σχολικού εργαστηρίου ή την τάξη και παρατηρούσαν τον αντίστοιχο μαθητή-παρατηρούμενό τους (π) που βρισκόταν στην αυλή του σχολείου. Οι μαθητές κάθονταν σε καρέκλες, στη σειρά, στην αυλή του σχολείου, έχοντας την πλάτη γυρισμένη στο τζάμι από το οποίο επιτελείτο η παρατήρηση. Οι (Π) κάθονταν επίσης σε σειρά, αντίστοιχη με των (π), έχοντας άμεση δυνατότητα παρατήρησης από το τζάμι στον αντίστοιχο παρατηρούμενο. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η απόσταση που διαχώριζε τα ζευγάρια ήταν 3-5 μέτρα και βρίσκονταν και οι δύο σε ισόγειο όροφο. Πραγματοποιήθηκε, όμως, και πειραματική δοκιμή κατά την οποία ο (Π) βρισκόταν στον πρώτο όροφο και ο (π) σε απόσταση 100 μέτρων, στην άλλη άκρη της αυλής. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών έδειξαν σε όλες τις περιπτώσεις θετικά και στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα, αποκλείοντας την περίπτωση παρεμβολής ακουστικών ή οσφρητικών ερεθισμάτων στην εκδήλωση του φαινομένου του stare effect.
Παρόμοια αποτελέσματα ελήφθησαν και σε πειράματα που η παρατήρηση επιτελείτο μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV) (8). Και σε αυτή την περίπτωση η επίδραση άλλων αισθητηριακών ερεθισμάτων στην εκδήλωση του φαινομένου αποκλείονταν. Ένα επιπλέον στοιχείο αυτών των πειραμάτων ήταν και ο διαφορετικός τρόπος καταγραφής της απόκρισης των «παρατηρούμενων», μέσω της μέτρησης της γαλβανικής δερματικής αντίστασης (galvanik skin resistance). Η συγκεκριμένη μέτρηση αφορά μεταβολές στη δερματική αντίσταση του δέρματος και είναι ενδεικτική των συναισθηματικών-συγκινησιακών αντιδράσεων του υποκειμένου. Η διαδικασία παρουσιάζει ομοιότητες με την εφαρμογή του «ανιχνευτή αλήθειας» και, παρόμοια, καταγράφει μια ασυνείδητη απόκριση του υποκειμένου, σε επίπεδο φυσιολογίας, και όχι μια συνειδητή ελεγχόμενη εγκεφαλική απάντηση: «ναι» ή «όχι». Τα αποτελέσματα και αυτών των ερευνών ήταν θετικά: οι μετρήσεις της γαλβανικής δερματικής αντίστασης των (π) διαφοροποιούνταν κατά τη διάρκεια των δοκιμών παρατήρησης.

3.    Feedback
Σε ορισμένα πειράματα που έχουν πραγματοποιηθεί σχετικά με το θέμα του stare effect, ο (π) δίνει μια θετική ή αρνητική απόκριση στο ερώτημα «αν παρατηρήθηκε» και, στη συνέχεια, ο (Π) διευκρινίζει την ορθότητα της απάντησής του. Η υπόθεση που τίθεται αφορά την επίδραση αυτής της ανατροφοδότησης (feedback) στην εγκυρότητα των αποτελεσμάτων: όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, ο (π) μπορεί να εκπαιδεύεται σταδιακά, να βελτιώνει την «ευαισθησία» του στον εντοπισμό του stare effect βασιζόμενος σε διάφορα αισθητηριακά ερεθίσματα ή σε άλλα στοιχεία που παρατηρεί κατά τη διάρκεια των πειραματικών δοκιμών. Προκειμένου να διερευνηθεί αυτή η υπόθεση πραγματοποιήθηκαν πειράματα (7) κατά τα οποία υπήρχε δυνατότητα σύγκρισης των πειραματικών δοκιμών με/ χωρίς feedback. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το φαινόμενο του stare effect δεν καθορίζεται από την επίδραση αυτή.

4.    Λάθη στην καταγραφή των αποκρίσεων

Στο σημείο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα η δυνατότητα καταγραφής λανθασμένων απαντήσεων κατά τη χρονική στιγμή που ο (Π) καταγράφει τη θετική ή αρνητική απόκριση του (π). Το ζήτημα αυτό αποτελεί μια σημαντική δυσκολία σε όλα τα πειράματα που εμπλέκεται ο ανθρώπινος παράγοντας στην καταγραφή των αποτελεσμάτων και η αυστηρή επίβλεψη το περιορίζει σημαντικά, δεν μπορεί όμως και να το εξαλείψει. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι πραγματοποιήθηκαν πειράματα όπου η παράμετρος αυτή μηδενίζεται, π.χ. μέσω της καταμέτρησης της γαλβανικής δερματικής αντίστασης του (π), δηλαδή πειραματικοί σχεδιασμοί στους οποίους δεν μεσολαβεί ο ανθρώπινος παράγοντας και οι απαντήσεις καταγράφονται αυτόματα. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων αυτών ήταν θετικά ως προς την εκδήλωση του φαινομένου.

5.    Εξαπάτηση

Στην περίπτωση αυτή αναφέρονται συνειδητές απόπειρες αλλοίωσης των αποτελεσμάτων: ο (Π), με διάφορους τρόπους, υποδηλώνει στον (π) τη σωστή απάντηση: «σε κοίταξα» ή «δεν σε κοίταξα». Όπως προαναφέρθηκε, η πιθανότητα αυτή μηδενίζεται υπό το πλαίσιο κατάλληλα εφαρμοσμένων ερευνητικών σχεδιασμών, για παράδειγμα, παρατήρηση από διαχωριστικό τζάμι, κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης κλπ.

6.    Η επίδραση του «παρατηρητή»
O Palmer (1986) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «…η μελέτη της επίδρασης του ίδιου του ατόμου που επιτελεί ένα πείραμα στην έκβαση των αποτελεσμάτων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η πειραματική παραψυχολογία σήμερα. Η έρευνα και σε άλλους τομείς της επιστήμης ίσως δεν θα μπορέσει ποτέ να προχωρήσει σε βάθος αν το ερώτημα της επίδρασης αυτής παραμείνει αναπάντητο» (9).

H επίδραση του «παρατηρητή» αποτελεί, πράγματι, έναν ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα σε πειράματα που ερευνούν το φαινόμενο του stare effect. Όπως αναφέρει ο Sheldrake (7), τα πειράματα που έχουν σημειώσει αρνητικά αποτελέσματα έχουν πράγματι διεξαχθεί από επιστήμονες ιδιαίτερα σκεπτικιστές σχετικά με τα παραφυσικά φαινόμενα. Παράλληλα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμη και σε αυτά τα πειράματα η αλλαγή του ατόμου που παίζει το ρόλο του «παρατηρητή» επιφέρει τροποποίηση των αποτελεσμάτων προς θετική κατεύθυνση. Η υπόθεση αυτή διερευνήθηκε επισταμένα από τους R. Wiseman & M. Schlitz (1997) στο Πανεπιστήμιο του Χέρτφορντσάιρ (9), οι οποίοι επιτέλεσαν το ίδιο πείραμα, την ίδια χρονική περίοδο, στον ίδιο ερευνητικό χώρο, αντλώντας τα άτομα – συμμετέχοντες από το ίδιο δείγμα πληθυσμού και χρησιμοποιώντας τον ίδιο πειραματικό εξοπλισμό. Η μόνη διαφορά έγκειτο στο ότι η μια σειρά δοκιμών επιτελείτο από τον έναν ερευνητή και η άλλη από τον άλλον. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο R. Wiseman είναι ένας επιστήμονας ιδιαίτερα σκεπτικιστής σχετικά με τα παραφυσικά φαινόμενα ενώ το αντίθετο καταγράφεται για την ερευνήτρια M. Schlitz. Πράγματι, τα αποτελέσματα του Wiseman ήταν αρνητικά, ενώ της Schlitz θετικά.
Η ερμηνεία της επίδρασης αυτής αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις αρνητικές προσδοκίες του «παρατηρητή» και τον ρόλο που αυτές επιτελούν στην έκβαση του πειράματος. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, οι αρνητικές προσδοκίες και η αμφισβήτηση που διακατέχει τον ερευνητή επηρεάζουν τον τρόπο και την ένταση με την οποία «παρατηρεί», μειώνοντας την εστίαση της προσοχής του, την ένταση του βλέμματός του κλπ. Παράλληλα, ασκείται μια αρνητική επίδραση στο κίνητρο των ίδιων των συμμετεχόντων, καταστέλλοντας, με αυτόν τον τρόπο, και τη δική τους «ευαισθησία» στον εντοπισμό του φαινομένου. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να πραγματοποιηθούν περαιτέρω έρευνες που θα διερευνούν τον παράγοντα αυτόν, προκειμένου να διαπιστωθεί το μέγεθος της επίδρασής του.

7.    Η επίδραση του «παρατηρούμενου»

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του (π) και, ιδιαίτερα, η ψυχολογική του κατάσταση κατά τη διάρκεια της πειραματικής δοκιμής, είναι δυνατόν να επηρεάσουν την πορεία των αποτελεσμάτων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι πεποιθήσεις του (π) σχετικά με τα παραφυσικά φαινόμενα αλλά και οι προσδοκίες του από σχετικές ερευνητικές διαδικασίες. Oπως τονίζεται, οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν τη δεκτικότητα και την «ευαισθησία» του στην εκδήλωση του φαινομένου. Έρευνες διεξάγονται προς αυτή την κατεύθυνση (10) προκειμένου να διερευνηθεί η συγκεκριμένη υπόθεση.

Επίλογος

Σημαντικός αριθμός πειραμάτων έδειξε την εκδήλωση του φαινομένου stare effect ακόμη και σε περιπτώσεις που ελέγχθηκαν σημαντικές παράμετροι που θα μπορούσαν να παραποιούν τα αποτελέσματα. Ο Sheldrake τονίζει χαρακτηριστικά ότι το φαινόμενο του stare effect είναι απόλυτα εναρμονισμένο με την ανθρώπινη φύση. Η ικανότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται ότι κάποιος άγνωστος τον «κοιτά» επίμονα σχετίζεται άμεσα με την επιβίωση και την εξέλιξη του είδους. Παρόλα αυτά, τα αίτια που εξηγούν το φαινόμενο αποτελούν έναν τομέα για τον οποίο η επιστήμη δεν είναι σε θέση ακόμη να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, ερωτήματα αυτού του είδους αποτελούν τη μεγάλη πρόκληση αλλά και «αδυναμία» της επιστήμης του 21ου αιώνα! Ίσως αυτό που απαιτείται είναι μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στη διερεύνηση αυτών των φαινομένων, η οποία δεν έχει σήμερα ακόμη διευκρινιστεί, και διαφοροποιείται ουσιαστικά από τις συνήθεις ερευνητικές μεθοδολογίες που εφαρμόζονται.

Τα ίδια ερωτήματα αφορούν και άλλα φαινόμενα, θέτοντας νέους προβληματισμούς. Σε ποιες δυνατότητες της ανθρώπινης νόησης εντάσσονται τα φαινόμενα αυτά; Μήπως ο ανθρώπινος νους, η ανθρώπινη εμπειρία, διαθέτουν ιδιότητες που δεν έχουν ακόμη διαπιστωθεί από την επιστήμη;

To φαινόμενο του stare effect, καθώς και άλλα παρόμοια φαινόμενα, δεν έχουν ακόμη ερμηνευτεί όσον αφορά την αιτιότητά τους.Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Αυστραλός φιλόσοφος M. Scriven (11), για τα παραφυσικά φαινόμενα ισχύει το αντίθετο από αυτό που παρατηρείται σε άλλα γνωστικά πεδία. Η ψυχανάλυση, για παράδειγμα, χαρακτηρίζεται από μια πλήρως δομημένη θεωρία η οποία όμως δεν συνοδεύεται από πειραματικά δεδομένα που να την υποστηρίζουν, αντιθέτως, η παραψυχολογία εμφανίζει μια σημαντική συλλογή «γεγονότων» που έχουν λάβει χώρα είτε ως πειραματικές δοκιμασίες είτε ως ανθρώπινες εμπειρίες, δεν παρουσιάζει, όμως, μία θεωρία, αποδεδειγμένη και αποδεκτή, που να επεξηγεί αυτά τα φαινόμενα. Μια θεωρία επεξήγησης των παραφυσικών φαινομένων θα πρέπει ουσιαστικά να απαντά σε δύο βασικά ερωτήματα: α. της διαμεσολάβησης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο η πληροφορία, το μήνυμα, η εικόνα κλπ. μεταφέρεται από τον «πομπό» στον «δέκτη», β. της εμπειρίας, του τρόπου δηλαδή με τον οποίον τα φαινόμενα αυτά εκδηλώνονται στη νόηση, στη συνείδηση, στις ενέργειες κλπ. του «δέκτη». Τα ερευνητικά δεδομένα μέχρι σήμερα διαπιστώνουν ότι οι αλληλεπιδράσεις αυτού του τύπου δεν επηρεάζονται από την απόσταση ή το χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ των συμμετεχόντων, τη φυσική υφή του συστήματος υπό διερεύνηση ή άλλα σχετικά στοιχεία. Αντιθέτως, παράμετροι όπως η τυχαία κατανομή, η μη προσδιορισιμότητα καθώς και η μεταβλητότητα παίζουν ρόλο καθοριστικό, καθώς καθιστούν ένα σύστημα πιο δεκτικό σε σχετικές αλληλεπιδράσεις. Ερευνητικές μελέτες τονίζουν επίσης τη σημασία του τρόπου «απόκρισης» του «δέκτη», συγκεκριμένα της «απόκρισης» του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Μελέτες που εστίασαν σε ασυνείδητες, ψυχοφυσιολογικές αποκρίσεις του «δέκτη», και όχι σε συνειδητές εγκεφαλικές διεργασίες, επέφεραν μια ευρύτερη κατανόηση των συγκεκριμένων παρατηρήσεων. Παράλληλα, διερευνώνται και άλλα στοιχεία που αφορούν τη δεκτικότητα και «ευαισθησία» του «δέκτη» στην εκδήλωση των φαινομένων. Τέλος, σημαντικό παραμένει το ερώτημα αν τα φαινόμενα αυτά σχετίζονται με τις ήδη γνωστές δυνάμεις της φύσης: ηλεκτρομαγνητική, πυρηνική ή της βαρύτητας.

Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για τα παραφυσικά φαινόμενα (η θεωρία της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, των ενεργειακών πεδίων, των πρωταρχικών σωματιδίων κλπ.) αποπειρώνται να δώσουν μια απάντηση στα δύο καίρια ερωτήματα που προαναφέρθηκαν. Σχετικά με το φαινόμενο του stare effect έχει διατυπωθεί επίσης η θεωρία του «εκτεινόμενου νου» (extended mind), μια νέα θεώρηση που αναφέρεται σε ιδιαίτερες δυνατότητες της ανθρώπινης αντίληψης. Ο Sheldrake αναφέρει ότι σύμφωνα με τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα τα όρια της νόησης και των αντίστοιχων νοητικών διεργασιών του ανθρώπου εντοπίζονται και περιορίζονται στα όρια του εγκεφάλου. Αντιθέτως, η κατανόηση του φαινομένου του stare effect απαιτεί τη θεώρηση και μιας αντίστροφης διαδικασίας: ο ανθρώπινος νους και οι λειτουργίες του δεν περιορίζονται στο σώμα και τον εγκέφαλο, αλλά «εκτείνονται», «προβάλλονται» έξω από αυτόν, «φτάνοντας» και «αλληλεπιδρώντας» με τα αντικείμενα, τους οργανισμούς κλπ. που βρίσκονται στο ευρύτερο περιβάλλον. Με άλλα λόγια, ο ανθρώπινος νους παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενός «πεδίου» (όπως τα μαγνητικά πεδία, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία κλπ.), λαμβάνοντας αλλά και «αποστέλλοντας» μηνύματα. Σχετικά με τη λειτουργία της ανθρώπινης όρασης, για παράδειγμα, τίθεται το ερώτημα (12): αυτό που βλέπουμε βρίσκεται πράγματι έξω από εμάς, σε μια συγκεκριμένη θέση, ή βρίσκεται σαν εικόνα «μέσα» στο μυαλό μας και «προβάλλεται» προς τα έξω; Η κλασική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η λειτουργία της οράσεως αφορά μια διαδικασία μιας κατεύθυνσης: το φως πέφτει στα μάτια και ανιχνεύεται από κύτταρα του αμφιβληστροειδούς. Ηλεκτρικά κύματα μεταφέρονται από τα οπτικά νεύρα στον εγκέφαλο, όπου λαμβάνει χώρα πολύπλοκη χημική και ηλεκτρική δραστηριότητα. Στο σημείο αυτό διαμορφώνονται εικόνες των εξωτερικών αντικειμένων «μέσα» στον εγκέφαλο. Ο Sheldrake προτείνει ότι λαμβάνει χώρα και η αντίστροφη διαδικασία: οι εικόνες όχι μόνο διαμορφώνονται «μέσα» στο μυαλό μας, αλλά «προβάλλονται», εκτείνονται και προς τα έξω. Όταν κάποιος κοιτά κάτι, το «πεδίο» του εγκεφάλου «εκτείνεται» προς τα έξω και «ακουμπά», «φτάνει» τα αντικείμενα τα οποία κοιτά. Υπό αυτή την έννοια ο άνθρωπος είναι σε θέση να «αγγίξει», να «επιδράσει» σε αυτό που παρατηρεί και, με αυτόν τον τρόπο, να το επηρεάσει κιόλας. Αν, λοιπόν, κάποιος «κοιτά» επίμονα κάποιον, όπως συμβαίνει κατά την εκδήλωση του φαινομένου του stare effect, ο «παρατηρούμενος» είναι σε θέση να αντιληφθεί την επίδραση αυτή. Η επίδραση αυτή χαρακτηρίζεται από ένα αίσθημα έντασης και πίεσης στο δέρμα, τους μυς, τους τένοντες και τις αρθρώσεις (13).

Οι έρευνες σχετικά με το φαινόμενο του stare effect συνεχίζονται, διερευνώντας σημαντικές παραμέτρους που επενεργούν στην εκδήλωσή του. Όπως τονίζεται, η δυνατότητα απόδοσης μιας ερμηνείας στο φαινόμενο αυτό καθώς και σε άλλα που προαναφέρθηκαν, είναι σημαντική. Ο Sheldrake υπογραμμίζει ότι αν, πράγματι, υπάρχει μια «έκτη αίσθηση», αυτή έχει αναπτυχθεί για λόγους εξελικτικούς προκειμένου να καλύψει βιολογικές ανάγκες του ανθρώπου και άλλων ζώντων οργανισμών. Η ευρεία κατανόηση των φαινομένων αυτών αποβλέπει στον εντοπισμό των συγκεκριμένων μηχανισμών που έχει αναπτύξει ο άνθρωπος ανά τους αιώνες προκειμένου να εξελιχθεί και να επιβιώσει. Η κατανόηση αυτή δεν απειλεί την επιστήμη και δεν καταρρίπτει τους νόμους της. Αντιθέτως, επεκτείνει το εύρος της και συμβάλλει στην κατανόηση της εξέλιξης του είδους.

Είναι φανερό ότι ο άνθρωπος σήμερα αναζητά κάτι, διαφορετικό, μέσα από την επίμονη διερεύνηση των παραφυσικών φαινομένων. Είναι εξαιρετικά πιθανό να αναζητά το «απροσδιόριστο», το «μη καθορισμένο», προκειμένου να απομακρυνθεί, έστω και ελάχιστα, από αυτό που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή του 21ου αιώνα, την επιβολή της τεχνολογίας σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης υπόστασης και τη νομοτελειακή ερμηνεία των πάντων γύρω του! Κάθε νέα θεωρία θα πρέπει να περιλαμβάνει μια ερμηνεία, ένα επεξηγηματικό σχήμα για τα φαινόμενα αυτά, σε αντίθετη περίπτωση καθίσταται ελλιπής και απαιτείται η επαναθεώρησή της. Ο ανθρώπινος νους ίσως δεν περιορίζεται χωροχρονικά και είναι πιθανό να λαμβάνει χώρα σημαντική αλληλεπίδραση και αλληλοσύνδεση μεταξύ των νοητικών διεργασιών του ανθρώπου και όλων των άλλων παραμέτρων του φυσικού κόσμου! Αν πραγματικά συμβαίνει αυτό η αγνόησή του θα ήταν μια σημαντική παράβλεψη για τη σύγχρονη επιστήμη!

Βιβλιογραφία

(1)    Rupert Sheldrake: RESEARCH ON THE FEELING OF BEING STARED AT, Skeptical Inquirer Magazine, March/ April 2001, Vol. 25.2.
(2)    Titchener, E.B.: THE FEELING OF BEING STARED AT, Science New Series 8 (1898), σσ. 895-7.
(3)    Coover, J.E.: THE FEELING OF BEING STARED AT, American Journal of Psychology 24 (1913), σσ. 570-5.
(4)    Poortman, J.J.: THE FEELING OF BEING STARED AT, Journal of the Society for Psychical Research 40 (1959), σσ. 4-12.
(5)    Peterson (1978), in Sheldrake, R.: THE SENSE OF BEING STARED AT: EXPERIMENTS IN SCHOOLS, Journal of the Society for Psychical Research 62 (1998), σσ. 311-23.
(6)    Williams, L.: MINIMAL CUE PERCEPTION OF THE REGARD OF OTHERS: THE FEELING OF BEING STARED AT. Paper presented at the 10th Annual Conference of the Southeastern Regional Parapsychological Association, Carrolltown, GA, Feb.11-12 (1983).
(7)    http://www.sheldrake.org/Staring/artefacts_elim.html
(8)    Rupert Sheldrake: THE “SENSE OF BEING STARED AT” DOES NOT DEPEND ON KNOWN SENSORY CLUES, Biology Forum 93: 209-224 (2000).
(9)    Wiseman, R., Schlitz, M.: EXPERIMENTER EFFECTS AND THE REMOTE DETECTION OF STARING, Journal of Parapsychology, v61, n3 (Sept 1997): 197.
(10)  http://www.psy.gu.se/EJP/EJP2001%20Delanoy.pdf
(11)  Irwin, J.H.:ΑN INTRODUCTION TO PARAPSYCHOLOGY, McFarland & Company, Inc., Publishers, North Carolina, 1999, p. 159.
(12)  http://www.sheldrake.org/DailyMirror/031120.html
(13)  Marks, D.: THE PSYCHOLOGY OF THE PSYCHIC, Prometheus Books, second ed., New York, 2000.