Ο όρος «ασέξουαλ» περιγράφει έναν σεξουαλικό προσανατολισμό που χαρακτηρίζεται από την απουσία ή τη χαμηλή ένταση σεξουαλικής έλξης προς άλλα άτομα, ανεξαρτήτως φύλου και αναφέρεται σε ένα άτομο που δεν βιώνει σεξουαλική έλξη. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί από την αρχή ότι η ασεξουαλικότητα δεν είναι επιλογή. Είναι ένα σταθερό στοιχείο της ταυτότητας ενός ανθρώπου, όπως συμβαίνει και με κάθε άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό.
Όσον αφορά τη συχνότητα εμφάνισης, η πλέον αναγνωρισμένη επιδημιολογική εκτίμηση προέρχεται από τη βρετανική έρευνα του Bogaert το 2004, η οποία τοποθέτησε το ποσοστό ατόμων που δεν βιώνουν σεξουαλική έλξη περίπου στο 1% του πληθυσμού, ποσοστό συγκρίσιμο με άλλες σεξουαλικές μειονότητες. Παρότι η ασεξουαλικότητα έχει υπάρξει πάντα ως ανθρώπινη εμπειρία, η αναγνώρισή της ως ξεχωριστό προσανατολισμό και η δημιουργία σχετικής κοινότητας ξεκίνησαν ουσιαστικά το 2001, όταν ο ακτιβιστής David Jay ίδρυσε το Asexual Visibility and Education Network (AVEN), με στόχο την αναγνώριση της ασεξουαλικότητας ως νόμιμου προσανατολισμού και τη δημιουργία υποστηρικτικής κοινότητας.
Στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο που εργάζομαι, έχω αξιολογήσει και υποστηρίξει άτομα και ζευγάρια με ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας για πάνω από είκοσι χρόνια, βλέπω συχνά πόσο απελευθερωτικό είναι για κάποιον να ανακαλύψει επιτέλους τι είναι αυτό που βιώνει.
Το φάσμα της ασεξουαλικότητας: Γκρι-Ασέξουαλ, ντεμισέξουαλ και άλλες ταυτότητες
Η ασεξουαλικότητα δεν είναι μια ενιαία, απόλυτη κατηγορία αλλά ένα φάσμα (spectrum), το οποίο περιλαμβάνει πολλές αποχρώσεις ανάλογα με την ένταση και τις συνθήκες εμφάνισης της σεξουαλικής έλξης:
Γκρι-ασέξουαλ (grey-asexual): Άτομα που βιώνουν σεξουαλική έλξη σπάνια, με χαμηλή ένταση ή μόνο υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, χωρίς όμως η σχέση τους με άλλο άτομο να βασίζεται στη σεξουαλική επαφή ή να την αναζητούν ενεργά.
Ντεμισέξουαλ (demisexual): Άτομα που βιώνουν σεξουαλική έλξη μόνο μετά τη δημιουργία ενός στενού συναισθηματικού ή ρομαντικού δεσμού με το άλλο άτομο. Η έλξη δεν εμφανίζεται «με την πρώτη ματιά», αλλά χτίζεται μέσα από τη σχέση.
Πώς βιώνεται η ασεξουαλικότητα στην καθημερινότητα;
Σχέσεις, οικειότητα και κοινωνικές προσδοκίες
Η κοινωνία μας είναι έντονα «σεξουαλικοποιημένη»: η ρομαντική σχέση, ο γάμος και η σεξουαλική ζωή προβάλλονται συνεχώς ως αναμενόμενα ορόσημα μιας «πλήρους» ενήλικης ζωής. Για ένα ασέξουαλ άτομο, αυτό μπορεί να δημιουργήσει έντονη πίεση: ερωτήσεις από την οικογένεια, σχόλια από φίλους, ή ακόμη και δυσκολία στην ίδια τη σχέση, όταν ο/η σύντροφος δεν κατανοεί ή δεν αποδέχεται τον προσανατολισμό του άλλου.
Τα ασέξουαλ άτομα έχουν τις ίδιες ανάγκες για σύνδεση, οικειότητα και αγάπη με κάθε άλλο άνθρωπο και δημιουργούν στενές σχέσεις. Πολλά χτίζουν μακροχρόνιες, ουσιαστικές σχέσεις, ρομαντικές ή όχι, που βασίζονται σε συναισθηματική εγγύτητα, εμπιστοσύνη και αμοιβαία φροντίδα, χωρίς το σεξ να αποτελεί απαραίτητο συστατικό.
Η διαδικασία αναγνώρισης και αποκάλυψης
Η αναγνώριση της ασεξουαλικότητας συχνά είναι μια σταδιακή, εσωτερική διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει χρόνια. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν μια αρχική περίοδο αμφιβολίας, «μήπως απλά δεν έχω γνωρίσει το κατάλληλο άτομο», «μήπως κάτι φταίει», «μήπως είναι παροδικό». Η απουσία ευρύτερης κοινωνικής αναγνώρισης της ασεξουαλικότητας κάνει αυτή τη διαδικασία δυσκολότερη σε σχέση με άλλους προσανατολισμούς, αφού λείπει το λεξιλόγιο και τα σημεία αναφοράς που θα βοηθούσαν στην αυτο-κατανόηση.
Ασεξουαλικότητα και ψυχική υγεία: Τι δείχνει η έρευνα
Η επιστημονική έρευνα γύρω από την ψυχική υγεία των ασέξουαλ ατόμων είναι σχετικά πρόσφατη, αλλά τα ευρήματα είναι ήδη σημαντικά. Μια μεγάλης κλίμακας έρευνα σε άτομα που αυτοπροσδιορίζονταν ως ασέξουαλ κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 στη Γερμανία βρήκε ότι περίπου το 64,8% των συμμετεχόντων είχε βιώσει άγχος μειονότητας λόγω του σεξουαλικού ή/και ρομαντικού προσανατολισμού του, ενώ περίπου το 32% αναφέρθηκε σε αυτοκτονικό ιδεασμό, ποσοστά που υπογραμμίζουν πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και επαγγελματική υποστήριξη, όχι με απλή «ενημέρωση» (1).
Το στίγμα, οι μικρο-επιθέσεις και το αίσθημα αποκλεισμού
Έρευνες καταγράφουν επίσης ένα ιδιαίτερο μοτίβο: πολλά ασέξουαλ άτομα αναφέρουν ότι αισθάνονται αποκλεισμένα από σημαντικές πτυχές της κοινωνικής ζωής, ακριβώς επειδή οι κοινωνικές δομές υποθέτουν σχεδόν πάντα το σεξουαλικό ενδιαφέρον ως δεδομένο. Παράλληλα, καθημερινές, φαινομενικά «καλοπροαίρετες» παρατηρήσεις έχουν βρεθεί να προκαλούν αυξημένο άγχος, σχεσιακή πίεση, δυσφορία και καταθλιπτικά συμπτώματα στα ασέξουαλ άτομα που τις βιώνουν. Το σωρευτικό αποτέλεσμα αυτών των μικρών, επαναλαμβανόμενων εμπειριών μπορεί να είναι εξίσου επιβαρυντικό με μία μεγάλη διακριτική εμπειρία.(2)
Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που η ψυχολογική στήριξη κάνει τη διαφορά: όχι για να «διορθώσει» κάτι στο άτομο, αλλά για να το βοηθήσει να επεξεργαστεί το βάρος του στίγματος, να χτίσει ανθεκτικότητα και να διαμορφώσει μια σταθερή, θετική εικόνα για την ταυτότητά του.
;
Ασέξουαλ ή Διαταραχή; Η διάκριση από τη διαταραχή σεξουαλικής επιθυμίας
Ένα ερώτημα που φέρνει πολλούς ανθρώπους σε ειδικό ψυχικής υγείας είναι το εξής: «Είναι αυτό που νιώθω προσανατολισμός ή πρόβλημα που χρειάζεται θεραπεία;» Η διάκριση αυτή είναι κλινικά κρίσιμη.
Η Διαταραχή Υποδραστήριας Σεξουαλικής Επιθυμίας (Hypoactive Sexual Desire Disorder – HSDD) (3) περιγράφεται στο διαγνωστικό εγχειρίδιο DSM-5 ως έλλειψη σεξουαλικών σκέψεων, φαντασιώσεων ή επιθυμίας που προκαλεί σημαντική προσωπική δυσφορία και διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες. Το βασικό, όμως, κριτήριο που τη διαφοροποιεί από την ασεξουαλικότητα είναι ρητό: ο αυτοπροσδιορισμός ενός ατόμου ως ασέξουαλ αποκλείει τη διάγνωση της διαταραχής. Με άλλα λόγια, η χαμηλή ή μηδενική σεξουαλική επιθυμία δεν συνιστά από μόνη της ψυχική διαταραχή. Γίνεται κλινικό ζήτημα μόνο όταν προκαλεί οδύνη στο ίδιο το άτομο και δεν εξηγείται καλύτερα από τον προσανατολισμό του.
Η επιστημονική κοινότητα έχει επισημάνει ότι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δύο όρους βρίσκεται στην εστίαση: η ασεξουαλικότητα εστιάζει στην απουσία σεξουαλικής έλξης, ενώ η διαταραχή εστιάζει στην απουσία σεξουαλικής επιθυμίας, δύο έννοιες που φαινομενικά μοιάζουν αλλά κλινικά διαφέρουν σημαντικά. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, μέλη της ασέξουαλ κοινότητας είχαν ζητήσει επίσημα από την ομάδα σύνταξης του DSM-5 να γίνει σαφής αυτή η διάκριση ώστε να μην παθολογικοποιείται μια φυσιολογική παραλλαγή του ανθρώπινου προσανατολισμού.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το ερωτηματικό «μήπως έχω κάποιο πρόβλημα» δεν πρέπει να απαντιέται μόνος/η σας μέσα από άρθρα στο διαδίκτυο, αλλά μέσα από μια προσεκτική, εξατομικευμένη αξιολόγηση από ειδικό με κλινική εμπειρία στη σεξουαλική υγεία, ώστε να διακρίνεται αν πρόκειται για κομμάτι της ταυτότητάς σας ή για κάτι που πραγματικά σας απασχολεί και μπορεί να αντιμετωπιστεί θεραπευτικά.
Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχολογική υποστήριξη;
Η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη σε θέματα ασεξουαλικότητας αποσκοπεί στο να βοηθήσει το άτομο να διακρίνει αν η εμπειρία που βιώνει είναι πράγματι ασεξουαλικότητα, ή αν συνδέεται με άλλους παράγοντες (π.χ. άγχος, κατάθλιψη, τραύμα, δυσκολίες σε προηγούμενη σχέση) που ενδεχομένως χρήζουν ξεχωριστής θεραπευτικής προσέγγισης. Επιπλέον, παρέχει έναν ασφαλή χώρο για την επεξεργασία του στίγματος, της μοναξιάς ή της σύγχυσης που μπορεί να συνοδεύουν την ανακάλυψη ή αποκάλυψη της ταυτότητας. Τέλος, στηρίζει τη διαχείριση σχέσεων, είτε πρόκειται για επικοινωνία με σύντροφο διαφορετικού προσανατολισμού, είτε για τη διαπραγμάτευση οικειότητας μέσα σε μια σχέση, είτε για τη διαχείριση οικογενειακών ή κοινωνικών αντιδράσεων.
Αν αναγνωρίζετε τον εαυτό σας σε όσα περιγράφηκαν παραπάνω, είτε αναζητάτε απλή διευκρίνιση, είτε βρίσκεστε σε μια δύσκολη φάση αποδοχής ή επικοινωνίας με το περιβάλλον σας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου για μια αρχική συζήτηση και αξιολόγηση. Κάθε συνεδρία είναι εξατομικευμένη, εμπιστευτική και προσαρμοσμένη στις δικές σας ανάγκες.



