content

ΝΕΥΡΙΚΗ ΒΟΥΛΙΜΙΑ

30.12.2008 |
30.12.2008
Γράφει: η Ειρήνη Τζελέπη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, Pg.Dipl., MSc., City University, Λονδίνο, [email protected]

Η νευρική βουλιμία αποτελεί μια διαταραχή της διατροφικής συμπεριφοράς με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: συχνή κατανάλωση τροφής κατά τη διάρκεια της ημέρας με τη γνωστή τακτική του «τσιμπήματος». Το άτομο τρώει σε τακτά χρονικά διαστήματα και μάλιστα ποσότητες πολύ μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζεται, βιώνοντας παράλληλα ότι δεν ελέγχει τη διατροφή του, τις ποσότητες φαγητού που καταναλώνει αλλά και το σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταματήσει να τρώει. Τη διατροφική αυτή συμπεριφορά ακολουθούν συνήθως τακτικές οι οποίες θα αποτρέψουν άμεσα την πρόσληψη βάρους, όπως η πρόκληση εμετού, η χρήση καθαρτικών ή διουρητικών, η αυστηρή δίαιτα, η σωματική άθληση κλπ. Γι’ αυτό και τα βουλιμικά άτομα παρουσιάζουν συχνά και αρκετές ιατρικές επιπλοκές, όπως αφυδάτωση και ανισορροπία ηλεκτρολυτών, καρδιακές αρρυθμίες, διαταραχές στην έμμηνο ρύση, ακόμη και οδοντιατρικά προβλήματα λόγω των συχνών προσπαθειών για πρόκληση εμετού.

Μετά από ένα βουλιμικό επεισόδιο το άτομο βιώνει έντονα συναισθήματα ενοχής, αηδίας, κατάθλιψης και προσάπτει στον εαυτό του αμέτρητες κατηγορίες για την έλλειψη αυτοσυγκράτησης που το χαρακτηρίζει. Αναρωτιέται γιατί τρώει τόσο ακαταλόγιστα, καταπίνοντας και καταβροχθίζοντας σχεδόν ακόμη και όταν δεν πεινάει… Είναι γεγονός ότι τα άτομα που εμφανίζουν κρίσεις βουλιμίας δεν μπορούν να διαχωρίσουν εύκολα τη «συναισθηματική» από τη «βιολογική πείνα». Η «συναισθηματική πείνα» αφορά την κατάσταση κατά την οποία η τροφή λαμβάνεται για την κάλυψη συναισθηματικών αναγκών που δεν καλύπτονται με άλλους τρόπους. Ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, π.χ. η μοναξιά, η βαρεμάρα, η ντροπή, η θλίψη, προκαλεί την αναζήτηση και λήψη τροφής και όχι το πραγματικό αίσθημα της πείνας, δηλαδή η ανάγκη του οργανισμού να προσλάβει ενέργεια και θρεπτικά συστατικά για να συντηρηθεί. Το άτομο λοιπόν τρώει σαν «να καταπίνει» τα συναισθήματά του μη θέλοντας να τα αναγνωρίσει και να τα αντιμετωπίσει πραγματικά.

Οι διατροφικές συνήθειες παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Άτομα που έχουν μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι μεγάλοι έκαναν συνεχώς δίαιτα ή δεν ακολουθούσαν σταθερά ωράρια στα γεύματά τους νιώθουν αποδιοργανωμένα σχετικά με τις διατροφικές τους συνήθειες. Η διαδικασία του φαγητού παίζει επίσης καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία διαπροσωπικών σχέσεων. Κατά τη βρεφική ηλικία αποτελεί τον πρωταρχικό πυρήνα για τη συναισθηματική επένδυση του παιδιού στη μητέρα και για τη διάπλαση της σχέσης τους. Συναισθήματα ανικανοποίητου, «κενού», θυμού κλπ. μπορεί να βασίζονται σε απότομες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του βρεφικού ταϊσματος. Σε άλλες περιπτώσεις, το παιδί μπορεί να έχει βιώσει μια κατάσταση κατά την οποία η βιολογική του ανάγκη της πείνας ικανοποιείτο μόνο τις ώρες που επέλεγαν οι άλλοι και όχι όταν το ίδιο το επιθυμούσε. Έτσι έχει βιώσει το περιβάλλον γύρω του ως μη ευαίσθητο στις δικές του ανάγκες και έχει διαμορφώσει ένα είδος «συναισθηματικής λαιμαργίας» θα λέγαμε: τρώει γιατί νομίζει ότι κάτι του λείπει, ότι κάτι «θα στερηθεί», νιώθει ένα κενό μέσα του το οποίο πρέπει να καλύψει με κάποιον τρόπο. Το φαγητό πράγματι τον ηρεμεί πρόσκαιρα, αποσπά την προσοχή του και μειώνει την ψυχική φόρτιση. Οι ενοχές βέβαια έπονται…

Τα άτομα που εμφανίζουν κρίσεις βουλιμίας αποζητούν έντονα την αποδοχή των άλλων. Προς το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον προβάλλουν μια εικόνα «τέλεια», συγκροτημένη, αλαζονική και απόμακρη. Κανείς δεν φαντάζεται ότι μπορούν και καταβροχθίζουν τεράστιες ποσότητες φαγητού όταν είναι μόνοι τους κι έπειτα να κάνουν εμετό. Και οι ίδιοι δεν αποδέχονται αυτόν τον «άσχημο» εαυτό τους και επιζητούν απεγνωσμένα να τον «κρύψουν», κερδίζοντας έτσι την επιδοκιμασία που έχουν τόσο ανάγκη. Φοβούνται επίσης έντονα τη συναισθηματική και σωματική επαφή γιατί, αν οι άλλοι τους πλησιάσουν περισσότερο, μπορεί να ανακαλύψουν ότι «κάτι κρύβεται» πίσω από όλα αυτά, ένας «πραγματικός» εαυτός τόσο λαίμαργος που καταβροχθίζει τα πάντα ανεξέλεγκτα.

Πράγματι, τα βουλιμικά άτομα παραχωρούν ελάχιστο χώρο στον «πραγματικό» τους εαυτό, ο οποίος έτσι βρίσκει διέξοδο μόνο σε σωματικό επίπεδο, μέσω του φαγητού. Λείπει ουσιαστικά, σε συνειδητό επίπεδο, η πραγματική αποδοχή του εαυτού, η δυνατότητα να χαλαρώσει έστω και για λίγο ο αυστηρός έλεγχος που ασκείται στα πάντα και να επιτραπεί κάποιος χώρος στο πραγματικό «εγώ» να εκφραστεί και να δημιουργήσει όπως πραγματικά το ίδιο επιθυμεί! Τότε και η συναισθηματική λαιμαργία μειώνεται πραγματικά καθώς η αίσθηση ικανοποίησης και χαράς «χορταίνει» το άτομο με πολύ διαφορετικούς αλλά ουσιαστικούς τρόπους!