ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

content
psychologynnet.gr

Μια γυναίκα φτάνει πάντα σε οργασμό;

Κάθε γυναίκα έχει τη δυνατότητα του οργασμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε σεξουαλική της επαφή πρέπει υποχρεωτικά να καταλήγει σε οργασμό. Η επίτευξη του οργασμού σε κάθε σεξουαλική πράξη εξαρτάται από τη δική της επιθυμία αλλά και του συντρόφου της, τον επαρκή ερεθισμό κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, τη συναισθηματική της διάθεση κοκ. Πολλοί παράγοντες μπορεί να συντελέσουν αρνητικά: η μη επαρκής επικοινωνία, το άγχος, ο φόβος, η μη εκδήλωση ενδιαφέροντος και ερωτικής επιθυμίας από το σύντροφό της, η κούραση και το στρες από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, μπορεί να διαταράξουν την επιθυμία της και να καταστείλουν τη διέγερσή της. Αν η διέγερση δεν είναι επαρκής είναι φυσικό και η επίτευξη του οργασμού να καθίσταται δυσκολότερη έως ουσιαστικά ανέφικτη.

content
psychologynnet.gr

Σε ποια ηλικία αρχίζουν τα παιδιά να ρωτούν για το σεξ;

Τα παιδιά αρχίζουν να ανακαλύπτουν το σώμα τους και να έχουν απορίες σχετικά με αυτό από την ηλικία των 3 ετών. Ειδικά αν έχουν αδέλφια του άλλου φύλου, αρχίζουν να παρατηρούν τις διαφορές μεταξύ τους και να ρωτούν γι’ αυτές. Επιπλέον, αν η μητέρα τους μείνει έγκυος, η κοιλιά της που φουσκώνει διεγείρει την παιδική φαντασία τους με αποτέλεσμα ανάλογες ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις βέβαια σε αυτές τις ηλικίες είναι αρκετά απλές και ανάλογες πρέπει να είναι και οι απαντήσεις.

Από την ηλικία των πέντε ετών, η αντίληψη του παιδιού για τον κόσμο διευρύνεται περισσότερο και οι ερωτήσεις του γίνονται πιο σύνθετες: πώς γεννιούνται τα παιδιά, γιατί οι γονείς φιλιούνται στο στόμα, γιατί κοιμούνται μαζί κοκ. Οι καίριες ερωτήσεις ωστόσο για θέματα σχετικά με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα αρχίζουν στην ηλικία των 10 με 11 ετών. Σε αυτή την ηλικία πια το παιδί είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει τη σημασία της σεξουαλικής πράξης καθώς επίσης ότι αυτή αποτελεί μέρος και της προσωπικής ζωής των γονέων του. Οι συζητήσεις για αυτά τα θέματα ανοίγουν νέες πόρτες επικοινωνίας και επαφής μεταξύ γονέων και παιδιών.

content
psychologynnet.gr

Η ομοφυλοφιλία είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα;

Η ομοφυλοφιλία δεν κατατάσσεται πλέον ως ψυχολογικό πρόβλημα ή ψυχιατρική διαταραχή. Περισσότερα από 35 χρόνια επιστημονικά ορθής και σωστά σχεδιασμένης έρευνας υπέδειξαν ότι η ομοφυλοφιλία αυτή καθεαυτή δεν συνδέεται με ψυχική νόσο ή άλλα ψυχικά ή κοινωνικά προβλήματα. Σημαντικό μέρος της πληροφόρησης βασίζονταν μέχρι τότε σε έρευνες στις οποίες συμμετείχαν ομοφυλόφιλοι που ήταν σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία αλλοιώνοντας έτσι την ορθότητα των αποτελεσμάτων. Το 1973 η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία επιβεβαίωσε τα παραπάνω συμπεράσματα και αφαίρεσε τον όρο της ομοφυλοφιλίας από το επίσημο διαγνωστικό της εγχειρίδιο.
Στην καθημερινή κλινική πρακτική πια η ομοφυλοφιλία ορίζεται ως ψυχολογικό πρόβλημα μόνο όταν ο ίδιος ο ομοφυλόφιλος (άντρας ή γυναίκα) θεωρεί ότι έχει πρόβλημα. Είναι γεγονός ότι κάθε ομοφυλόφιλος έχει να αντιμετωπίσει σημαντικές διαφοροποιήσεις και διαδικασίες προσαρμογής στη ζωή του (θέματα αποδοχής, μη δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας κ.ά.). Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό ομοφυλόφιλων δεν νιώθει καλά και βιώνει συγκρουσιακά την ταυτότητά του ως ομοφυλόφιλος. Με άλλα λόγια η ομοφυλοφιλία δεν είναι από τον ίδιο αποδεκτή και επιθυμητή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις περιπτώσεις ενδοψυχικών συγκρούσεων, είναι σημαντική η αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας.

content
psychologynnet.gr

Πώς αντιμετωπίζει ένα ζευγάρι τη διαφορά επιθυμίας για σεξουαλική επαφή;

Δύο άνθρωποι μπορεί να διαφέρουν σε πολλά πράγματα, ένα από αυτά μπορεί να είναι και η συχνότητα επιθυμίας για σεξουαλική επαφή. Συνήθως, σε αυτές τις περιπτώσεις, το ζευγάρι βρίσκει πρακτικές λύσεις που ικανοποιοούν και τις δύο πλευρές χωρίς να καταπιέζεται κανένας από τους δύο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα πίσω από το «αίτημα» της συχνότερης επαφής. Για παράδειγμα, η επιθυμία του ενός μέλους του ζευγαριού για συχνότερες σεξουαλικές επαφές μπορεί να πηγάζει από την ανησυχία του ότι ο άλλος δεν τον επιθυμεί αρκετά και από την ελπίδα του ότι θα διασκεδάσει αυτή την ανησυχία του κάνοντας έρωτα και παίρνοντας από τον άλλο τη διαβεβαίωση ότι είναι επιθυμητός. Η άρνηση του άλλου όμως αναζωπυρώνει την ανασφάλεια που νιώθει, επιβεβαιώνει ότι δεν είναι επιθυμητός και συσσωρεύει θυμό και ένταση στη σχέση. Είναι σημαντικό το ζευγάρι να αναγνωρίσει τη διαφορά αυτή, να τη συζητήσει και να συνειδητοποιήσει ότι δημιουργεί προβλήματα στη σχέση. Είναι βέβαιο ότι εάν αυτή η διαφορά δεν κρύβει βαθύτερα προβλήματα της σχέσης ή διαφορές μεταξύ τους που δεν τις έχουν συνειδητοποιήσει, τότε, όπως προαναφέρθηκε, πρακτικές λύσεις μπορούν να επιλύσουν εξισορροπιστικά την κατάσταση.