ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

content
psychologynnet.gr

Το παιδί μου με φωνάζει με το μικρό μου όνομα… Είναι φυσιολογικό;

Σε παιδιά προσχολικής ηλικίας συχνά αρέσει να δοκιμάζουν αυτή τη συμπεριφορά σαν μια προσπάθεια μίμησης των «μεγάλων» και σαν να θέλουν να νιώσουν όπως εκείνοι. Έτσι, επαναλαμβάνουν τα ονόματα που ακούν να φωνάζουν οι μεγάλοι μεταξύ τους και νιώθουν κι εκείνα «μεγάλα» και ισότιμα με αυτούς. Πολλές φορές, μάλιστα, χαμογελούν θριαμβευτικά όταν το κάνουν αυτό, σαν να έχουν καταφέρει να ξεγελάσουν κάποιον ή σαν να έχουν κάνει μια φάρσα. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που αλλάζει καθώς το παιδί μεγαλώνει αλλά πολλοί γονείς ανησυχούν και στενοχωριούνται γι’ αυτό. Εάν πράγματι συμβαίνει αυτό, είναι καλό να μιλήσετε στο παιδί και να του εξηγήσετε γιατί θα θέλατε να έχετε το δικό σας ξεχωριστό «τίτλο» μέσα στην οικογένεια, της μαμάς ή του μπαμπά, που σας αρέσει πολύ και ότι μόνο εκεί μπορείτε να το έχετε αυτό. Αυτή η συζήτηση μπορεί να είναι μια καλή ευκαιρία για να του μιλήσετε και για άλλους παρόμοιους τίτλους , όπως της «θείας», της «νονάς» κ.ά. και για τη σημασία που έχουν.

content
psychologynnet.gr

Κάνει όλο ζαβολιές για να κερδίζει…

Τα περισσότερα παιδιά θα κάνουν ζαβολιές στα παιχνίδια που παίζουν γιατί έτσι νιώθουν ότι είναι πιο δυνατά από τους άλλους και βγαίνουν νικητές. Από την ηλικία των πέντε ετών και μετά όμως είναι σε θέση να συναισθανθούν τα συναισθήματα των άλλων κι έτσι μπορούμε να αρχίσουμε να τους εξηγούμε ότι όταν δεν ακολουθούν τους κανόνες σε ένα παιχνίδι οι άλλοι νιώθουν άσχημα και δεν περνούν καλά. Παράλληλα, μπορούμε να καταστήσουμε σαφές ότι όταν κανείς κάνει ζαβολιά και δεν ακολουθεί τους κανόνες, δεν μπορεί να είναι και ο «νικητής». Η σημασία των «κανόνων» ενός παιχνιδιού είναι σημαντική. Τέλος, μέσα από το προσωπικό μας παράδειγμα μπορούμε να δώσουμε έμφαση στη σημασία που έχει να παίζουμε και να μοιραζόμαστε με τους άλλους για να περνάμε όμορφα παρά απλά το να κερδίζουμε σε ένα παιχνίδι. Μπορούμε, για παράδειγμα, σε διάφορες στιγμές του παιχνιδιού να επαινέσουμε ένα παιδί για κάτι που σκέφτηκε, για κάτι που είπε και γελάσαμε, για το πόσο ωραία περνάμε κλπ.

content
psychologynnet.gr

Πώς «μιλούν» τα παραμύθια στον ψυχικό κόσμο του παιδιού;

Τα παραμύθια αποτελούν μικρά αφηγήματα που παρέχουν στο παιδί καταρχάς τη δυνατότητα υποδοχής στον κόσμο της φαντασίας και περιπλάνησης σε αυτόν με ασφαλή και οριοθετημένο τρόπο. Το παιδί μπορεί να παρέμβει, μέσω των ηρώων του παραμυθιού, στον φαντασιακό κόσμο και να εκφράσει τις σκέψεις και τις επιθυμίες του, να διεκδικήσει την πλοκή και την έκβαση της ιστορίας του… Έτσι ασκείται και ενδυναμώνεται η φαντασία του…
Οι συμβολισμοί και οι μεταφορές του παραμυθιού συμβάλλουν στην κατανόηση σύνθετων και πολύπλοκων εννοιών όπως είναι η οικογένεια, ο αποχωρισμός και ο θάνατος, η ζήλεια, ο ανταγωνισμός κ.ά. Παράλληλα, μέσα στον συμβολικό κόσμο του παραμυθιού το παιδί έρχεται σε επαφή με υπαρξιακά άγχη και ανησυχίες της ηλικίας του και βρίσκει ανακούφιση σε αυτά. Τέλος, το παραμύθι συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση διδάσκοντας, μέσα από τους ήρωες και τις δράσεις τους, κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές, κανόνες και αξίες του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και της ομάδας. Ο κάθε ήρωας αποτελεί πρότυπο μίμησης και το παιδί εξοικειώνεται με πολύπλοκες έννοιες όπως είναι η τιμωρία και η επιβράβευση για μια πράξη, το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό… Η διαδικασία αυτή αποτελεί μια «γέφυρα» υποδοχής στην αλήθεια και τις αξίες της ευρύτερης κοινωνίας.

content
psychologynnet.gr

“Όχι, δεν…”

Πολλές φορές συνειδητοποιούμε και αναρωτιόμαστε γιατί έχουμε καταλήξει να αντιδρούμε διαρκώς με ένα «όχι» σε κάτι που μας λέει το παιδί μας και είμαστε γενικότερα προδιατεθειμένοι αρνητικά, με ένα «δεν» να χρωματίζει την αντίδρασή μας σε καθετί που ζητά.
Σίγουρα, πολλές φορές η κούραση αποτελεί έναν σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα στη διαμόρφωση μιας τέτοιας δυναμικής. Η φασαρία, ακόμα και οι πολλές συσσωρευμένες αταξίες μας έχουν κουράσει σε τέτοιο βαθμό που δεν έχουμε την ψυχραιμία να δούμε ότι καθετί που κάνει το παιδί μπορεί και να μην είναι αταξία, ανυπακοή κοκ. Μπορεί κάθε φορά το αίτημά του να είναι διαφορετικό αλλά δεν έχουμε πια τις δυνάμεις να το αξιολογήσουμε.
Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να έχει δημιουργηθεί μια σχέση αντιπαλότητας και πείσματος μεταξύ γονέα και παιδιού και το «όχι» να αποτελεί έναν ρυθμιστικό παράγοντα της ανταγωνιστικής αυτής σχέσης. Τέλος, ο γονιός μπορεί να έχει δεχτεί ο ίδιος πολλή κριτική ως παιδί και ο θυμός και η αρνητική του διάθεση να μεταφέρονται τώρα στο παιδί που του θυμίζει τα δικά του βιώματα.
Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται καταρχήν χρόνος στο γονέα για να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να μπορέσει να δει πιο καθαρά τη δυναμική που εξελίσσεται. Είναι γεγονός ότι το παιδί δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τους βαθύτερους ψυχολογικούς λόγους που μας κάνουν να του λέμε συνέχεια «όχι» και εισπράττει κάτι αρνητικό για τον εαυτό του με την αρνητική μας διάθεση. Επίσης, δεν είναι χρήσιμο να μαθαίνει ότι πρέπει διαρκώς να υπακούει χωρίς να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Αν μπορέσουμε να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας για να ξεκουραστούμε και να ηρεμήσουμε θα μπορέσουμε να δούμε πιο καθαρά τη δυναμική που αναπτύσσεται και να αλλάξουμε τη ροή της…